Meaning of βρομοδουλειά | Babel Free
/vɾo.mo.ðuˈʎa/Ορισμοί
- δουλειά / εργασία που κάποιος δεν θέλει και τόσο να κάνει, γιατί είναι βρόμικη, δύσκολη κ.λπ.
- δουλειά / ενέργεια που ενέχει στοιχεία ανηθικότητας ή παραβατικότητας
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.