HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Βούλγαρος | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/ˈvul.ɣa.ɾos/

Ορισμοί

  1. αυτός που κατάγεται από τη Βουλγαρία ή έχει βουλγαρική υπηκοότητα
  2. ανδρικό επώνυμο

Ισοδύναμα

English Bulgarian

Παραδείγματα

“※ Με την αφύπνιση του βουλγά­ρικου εθνικισμού γύρω στα 1860 οι Βούλγαροι ζήτησαν να αποκτήσουν δική τους εθνική εκκλησία, αυτόνομη κάτω από την αιγίδα του Πατριαρ­χείου.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Βούλγαρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course