Βούλγαρος
Ορισμοί
- αυτός που κατάγεται από τη Βουλγαρία ή έχει βουλγαρική υπηκοότητα
- ανδρικό επώνυμο
Ισοδύναμα
33 more languages
العربيةبلغاري
Azərbaycan dilibolqar
Българскибългарин
Catalàbúlgar
ČeštinaBulhar
Danskbulgarer
DeutschBulgare
Esperantobulgaro
Euskarabulgariar
فارسیبلغاری
Suomibulgarialainen
GaeilgeBulgárach
Magyarbolgár
Հայերենբուլղարացի
ÍslenskaBúlgari
Italianobulgaro
日本語ブルガリア人
ქართულიბულგარელი
Lietuviųbulgaras
Latviešubulgārs
МакедонскиБугарин
NederlandsBulgaar
PolskiBułgar
Portuguêsbúlgaro
Românăbulgar
Русскийболгарин
SlovenščinaBolgar
Shqipbullgar
Svenskabulgar
TürkçeBulgar
Українськаболгарин
中文保加利亚人
繁體中文保加利亞人
Παραδείγματα
“※ Με την αφύπνιση του βουλγάρικου εθνικισμού γύρω στα 1860 οι Βούλγαροι ζήτησαν να αποκτήσουν δική τους εθνική εκκλησία, αυτόνομη κάτω από την αιγίδα του Πατριαρχείου.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free