HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βοϊδομάτα | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοϊδομάτης, που έχει μεγάλα μάτια

accusative, feminine, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“※ Την πόρτα άνοιξε μια γυναικούλα παχουλή, βοϊδομάτα, μὲ κορακάτα καλοχτενισμένα μαλλιά, χωρίστρα στη μέση. Το καλοπλυμένο πρόσωπό της χαμογέλαγε σὰ νἄβλεπε παλιοὺς γνώριμους (Γιάννης Μαγκλής, Ο ήλιος δεν βασίλεψε ακόμα, μυθιστόρημα, 1962, σελ. 116)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βοϊδομάτα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course