βοϊδομάτα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βοϊδομάτης, που έχει μεγάλα μάτια
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“※ Την πόρτα άνοιξε μια γυναικούλα παχουλή, βοϊδομάτα, μὲ κορακάτα καλοχτενισμένα μαλλιά, χωρίστρα στη μέση. Το καλοπλυμένο πρόσωπό της χαμογέλαγε σὰ νἄβλεπε παλιοὺς γνώριμους (Γιάννης Μαγκλής, Ο ήλιος δεν βασίλεψε ακόμα, μυθιστόρημα, 1962, σελ. 116)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free