Meaning of βουλητικός | Babel Free
/vu.li.tiˈkos/Ορισμοί
- που σχετίζεται με ή αναφέρεται στην βούληση
- που εκφράζει βούληση, επιθυμία, πρόθεση, παρότρυνση, υπόθεση ή περιληπτική πρόσκληση
-
που εισάγεται δευτερευόντως με το μόριο «να» και δηλώνει την βούληση του υποκειμένου especially
- «το βουλητικό» μέρος της ψυχής που σχετίζεται με την βούληση
Παραδείγματα
“Το βούλομαι είναι βουλητικό ρήμα.”
“Θέλω να γυρίσω.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.