Meaning of βοσκοπούλα | Babel Free
/vo.skoˈpu.la/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοσκόπουλο accusative, nominative, plural, vocative
- θηλυκό του βοσκόπουλο, νεαρή κοπέλα που βόσκει ζώα, πρόβατα ή γίδια
- γυναικείο όνομα
Παραδείγματα
“«Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» ήταν τίτλος θεατρικού έργου (1891) του Δημητρίου Κορομηλά.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.