HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βοσκοπούλα

Ουσιαστικό CEFR B2
vo.skoˈpu.la

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βοσκόπουλο
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. θηλυκό του βοσκόπουλο, νεαρή κοπέλα που βόσκει ζώα, πρόβατα ή γίδια
  3. γυναικείο όνομα

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“«Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» ήταν τίτλος θεατρικού έργου (1891) του Δημητρίου Κορομηλά.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βοσκοπούλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free