Meaning of βορειοατλαντικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του βορειοατλαντικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του βορειοατλαντική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του βορειοατλαντικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.