Meaning of βομβόπληκτος | Babel Free
Ορισμοί
που έχει υποστεί καταστροφές από βομβαρδισμό· αυτός του οποίου η κατοικία και, γενικότερα, οι εγκαταστάσεις που του ανήκουν, έχουν βομβαρδιστεί
Παραδείγματα
“※ Στις 13 Οκτωβρίου του 1946 τέθηκε ο πρώτος θεμέλιος λίθος για την ανέγερση συγκροτημάτων πολυκατοικιών στη συνοικία των Ταμπουρίων ειδικά για την αποκατάσταση των βομβοπλήκτων (από το κείμενο «Εικόνες καθημερινότητας του μεταπολεμικού Πειραιά», Κανάλι Ένα 90,4 FM, 4 Ιουλίου 2016, πρόσβαση: 2019.09.03.)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.