βολεύομαι
Ορισμοί
φροντίζω να έχω τα απαραίτητα ή την άνεσή μου, σωματικά ή ψυχικά ή οικονομικά, τακτοποιούμαι, εξασφαλίζομαι, δεν ανησυχώ, κατασταλάζω, ηρεμώ
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“κάνε λίγο πιο πέρα γιατί δεν βολεύομαι (δεν χωράω καλά, δεν έχω τη στοιχειώδη άνεση)”
“βρήκε μια καλή δουλειά επιτέλους και βολεύτηκε το παιδί, γιατί είχα την έγνοια του δυο χρόνια τώρα που ήταν άνεργο (θα έχει πια τα απαραίτητα)”
“είναι "αραχτός" γιατί βολεύτηκε στο δημόσιο (αρνητική χροιά, τώρα τεμπελιάζει)”
“παντρεύτηκε μια πολύ καλή γυναίκα και βολεύτηκε (καταστάλαξε και αισθάνεται άνετα και όμορφα μαζί της)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free