HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βοηθητικός

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
[vɔiθitiˈkɔs]

Ορισμοί

  1. που βοηθάει
  2. που έχει σκοπό την παροχή βοήθειας
  3. που είναι δευτερεύων, που δεν είναι κύριος
  4. ο στρατιώτης που για λόγους υγείας δεν μπορεί να φέρει όπλο

Ισοδύναμα

26 more languages
Cymraegatodol
עבריתמועיל
Bahasa Indonesiaambekdarmajenang
日本語
한국어2차적
Kurdîyedek
Nederlandsonderpand
Portuguêscolateral
中文旁系
繁體中文旁系

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βοηθητικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free