Meaning of Βογομιλισμός | Babel Free
vo.ɣo.mi.liˈzmosΟρισμοί
- μεσαιωνική αίρεση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία άνθισε μεταξύ του 10ου και 15ου αιώνα μ.Χ. και γνωστότερος δραστήριος κήρυκας της οποίας υπήρξε ο Βούλγαρος ιερέας Βογόμιλος
- άλλη μορφή του Βογομιλισμός
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.