Meaning of βλεφαρίδα | Babel Free
/vle.faˈɾi.ða/Ορισμοί
- λεπτή κοντή τρίχα που βγαίνει στις άκρες των βλεφάρων και προστατεύει τα μάτια
- το σύνολο των τριχών που φυτρώνουν στο ένα βλέφαρο (ή τεχνητό ομοίωμά τους)
Παραδείγματα
“※ Η μία παχουλή, ροδομάγουλη, η άλλη απεναντίας εύθραυστη, λεπτοκόκαλη με πελώρια μάτια και μεγάλες γυριστές βλεφαρίδες (Ντίνος Οικονόμου, Η πλαγιά με τα νίφαστρα, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 15)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.