HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βλεφαρίδα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
vle.faˈɾi.ða

Ορισμοί

  1. λεπτή κοντή τρίχα που βγαίνει στις άκρες των βλεφάρων και προστατεύει τα μάτια
  2. το σύνολο των τριχών που φυτρώνουν στο ένα βλέφαρο (ή τεχνητό ομοίωμά τους)

Ισοδύναμα

Françaiscil
12 more languages
العربيةعبلهدب
Češtinabrvařasinka
Italianocigliaciglio
Kurdîçil
Portuguêscílio
Русскийресни́чка
Svenskacilie
Türkçekirpik

Παραδείγματα

“※ Η μία παχουλή, ροδομάγουλη, η άλλη απεναντίας εύθραυστη, λεπτοκόκαλη με πελώρια μάτια και μεγάλες γυριστές βλεφαρίδες (Ντίνος Οικονόμου, Η πλαγιά με τα νίφαστρα, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 15)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βλεφαρίδα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free