HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βλαχόφωνος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα βλάχικα
  2. που κατοικείται ή αποτελείται από άτομα που μιλούν την βλάχικη
    vulgar

Παραδείγματα

“※ η απόκτηση διαβατηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι πολύ ελκυστική για τους βλαχόφωνους της Αλβανίας”
“※ Στο Ζέμουν (Σεμλίνο), που ήταν ο πρώτος σταθμός των Ελλήνων αποδήμων προς την Ουγγαρία, δημιουργήθηκε βαθμιαία μια αξιόλογη κοινότητα από ελληνόφωνους και βλαχόφωνους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, Εκδοτ. Οίκος Αφων Κυριακίδη, 1990, σελ. 121)”
“τα βλαχόφωνα χωριά της Ελλάδος”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βλαχόφωνος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course