HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βλαχοπούλα | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαχόπουλο
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. γυναικείο όνομα
  3. νεαρή βλάχα, κοπέλα από τη φυλή των Βλάχων ή γενικότερα από χωριό κτηνοτρόφων

Παραδείγματα

“Στην κεντησμένη σου ποδιά μωρ' βλάχα, // μωρ’ βλάχα, βλαχοπούλα και τσελιγκοπούλα (από δημοτικό τραγούδι των Βλάχων της Ηπείρου”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βλαχοπούλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course