Meaning of βλαχοπούλα | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βλαχόπουλο accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο όνομα
- νεαρή βλάχα, κοπέλα από τη φυλή των Βλάχων ή γενικότερα από χωριό κτηνοτρόφων
Παραδείγματα
“Στην κεντησμένη σου ποδιά μωρ' βλάχα, // μωρ’ βλάχα, βλαχοπούλα και τσελιγκοπούλα (από δημοτικό τραγούδι των Βλάχων της Ηπείρου”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.