Meaning of βλαστοκύτταρο | Babel Free
Ορισμοί
πρωτογενές κύτταρο χωρίς εξειδίκευση, ικανό να αυτοανανεώνεται επʼ άπειρον και να διαφοροποιείται σε διάφορους τύπους κυττάρων, αποτελώντας βασική πηγή για την ανάπτυξη ιστών και για εφαρμογές στην αναγεννητική ιατρική
Ισοδύναμα
English
stem cell
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.