Meaning of Βιτωλιώτης | Babel Free
/vi.toˈʎo.tis/Ορισμοί
-
αυτός που κατάγεται από τα Βιτώλια (Μπίτολα) ή τη Βίτωλη ή κατοικεί εκεί demonym
- ανδρικό επώνυμο
- ποταμός της Ελλάδας, παραπόταμος του Σπερχειού
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.