Meaning of βιοφαρμακευτικός | Babel Free
/vi.o.faɾ.ma.ce.ftiˈkos/Ορισμοί
που αφορά φάρμακα ή φαρμακευτικά σκευάσματα που παράγονται με τη χρήση βιοτεχνολογίας
neologism
Παραδείγματα
“※ Η σύσκεψη είχε ως αντικείμενο τη δημιουργία ενός οδικού χάρτη με υλοποιήσιμες προτάσεις για την ανάπτυξη ενός ισχυρού και ανταγωνιστικού βιοφαρμακευτικού κλάδου στην Ελλάδα, που συγκαταλέγεται στους κλάδους του 21ου αιώνα και προσφέρει τεράστια πρόσθετη αξία. (Κυρ. Μητσοτάκης: Βιοφαρμακευτική καινοτομία με στόχο την ανάπτυξη, Η Καθημερινή, 13 Δεκεμβρίου 2020)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.