Meaning of βιολοντσέλο | Babel Free
/vʝo.lonˈt͡se.lo/Ορισμοί
έγχορδο μουσικό όργανο της κατηγορίας του βιολιού, μεγαλύτερο από τη βιόλα και μικρότερο από το κοντραμπάσο
Ισοδύναμα
English
Cello
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.