Meaning of βιολιτζής | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
ο βιολιστής vulgar
-
μουσικός που παίζει δημοτικά ή άλλα τραγούδια για να διασκεδάσει τον κόσμο σε πανηγύρια ή κέντρα διασκέδασης especially
-
μουσικός κακής ποιότητας offensive
Παραδείγματα
“※ Βαράτε βιολιτζήδες | βαράτε βιολιτζήδες | οριστική διάλυση | κάνουν οι παλιατζήδες.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.