Meaning of βιοηλεκτρισμός | Babel Free
Ορισμοί
- ηλεκτρικά σήματα ή κύκλωμα που δημιουργείται σ' έναν οργανισμό (όπως στους νευρώνες, τους μυς κ.α.)
- η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε μονάδες βιολογικού καθαρισμού
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.