HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βιγλίζω | Babel Free

Verb CEFR B1

Ορισμοί

  1. παρατηρώ, εξερευνώ με το βλέμμα
  2. φρουρώ, είμαι φρουρός, σκοπός

Παραδείγματα

“※ Απ' τ' ανατολικά, από τη σειρά των λόφων, το άστρο της αυγής ζυγιζόταν στην ξερή γη της Αναβύσσου σα γεράκι που βιγλίζει το θύμα του. (Ηλίας Βενέζης (1937) Γαλήνη [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βιγλίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course