Meaning of Βησιγότθος | Babel Free
/visiˈɣotθos/Ορισμοί
-
ο Βησιγότθος adjective
- μέλος του ομώνυμου γερμανικού φύλου που προήλθε από τη διάσπαση των Γότθων σε «Δυτικούς Γότθους» (Βησιγότθους) και «Ανατολικούς Γότθους» (Οστρογότθους)
Ισοδύναμα
English
Visigoth
Παραδείγματα
“Στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις.”
You sail through the land of the Visigoths.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.