HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βενιζελικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. ο σχετικός με πολιτικό με το όνομα Βενιζέλος, την πολιτική του ή το κόμμα του, ειδικότερα του Ελευθέριου Βενιζέλου
  2. ο οπαδός πολιτικού με το όνομα Βενιζέλος, ειδικότερα του Ελευθέριου Βενιζέλου

Παραδείγματα

“η βενιζελική πολιτική”
“η διαμάχη των βενιζελικών με τους αντιβενιζελικούς, τους βασιλικούς, έφερε τον Διχασμό”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βενιζελικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course