Meaning of βενζυλικός | Babel Free
Ορισμοί
χημικός όρος που χαρακτηρίζει ουσίες ή ομάδες που περιέχουν ή σχετίζονται με τη ρίζα βενζυλ– (–CH₂–C₆H₅), δηλαδή τον υποκαταστάτη που προέρχεται από το βενζόλιο μέσω της απομάκρυνσης ενός ατόμου υδρογόνου από το μεθυλένιο
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.