Meaning of βενζίνα | Babel Free
/venˈzi.na/Ορισμοί
- η βενζίνη (το καύσιμο)
- η βενζινάκατος
Παραδείγματα
“※ Οδηγημένη από τον καπετάνιο, πήδηξε στην βενζίνα, που έφευγε για τον Πειραιά και εξαφανίστηκε!”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.