Meaning of Βεληγκέκας | Babel Free
Ορισμοί
-
άτομο που επιχειρεί να επιβληθεί με σκληρότητα ή εκφοβισμό, συχνά καταχρηστικά και αυταρχικά dated, rare
- μορφή του ελληνικού θεάτρου σκιών (Καραγκιόζης), Τουρκαλβανός φύλακας ή στρατιώτης στην υπηρεσία του πασά, που εμφανίζεται συνήθως ως βίαιο εκτελεστικό όργανο
-
άλλη μορφή του βεληγκέκας rare
- ανδρικό όνομα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.