HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βελανιδιά

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ve.la.niˈðʝa

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βελανίδι
    accusative, nominative, plural, vocative
  3. Quercus ψηλό κι αιωνόβιο δέντρο πεδινών ή ορεινών περιοχών με σκληρά φύλλα

Ισοδύναμα

Françaischêne
32 more languages
العربيةبلوط
Catalàroure
Češtinadubdubový
Danskeg
Ελληνικάδρύινοςδρυς
Esperantokverko
Eestitamm
Gaeilgedair
Magyartölgy
Íslenskaeik
Italianoquercia
日本語橿
한국어참나무
Latinaquercus
Lietuviųąžuolas
Latviešuozols
Nederlandseikeiken
Portuguêscarvalho
Românăstejar
Slovenčinadub
Slovenščinahrást
Shqipdushk
Svenskaekekträd
Türkçemeşe
Українськадубдубовий

Παραδείγματα

“※ στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βελανιδιά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free