Meaning of βεβαρημένος | Babel Free
Ορισμοί
που φέρει ένα βάρος, κάτι αρνητικό· επιβαρυμένος
Παραδείγματα
“βεβαρημένο ποινικό μητρώο: το μητρώο κάποιου που έχει καταδικαστεί για σοβαρά αδικήματα”
“βεβαρημένη ιατρική κατάσταση: αυτή που χαρακτηρίζεται από σοβαρές ασθένειες”
“βεβαρημένο πρόγραμμα: αυτό που περιλαμβάνει πολλές υποχρεώσεις”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.