Meaning of Βασιλακοπούλου | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Βασιλακόπουλος
-
γενική ενικού του Βασιλακόπουλος formal
Παραδείγματα
“άλλη μορφή: Βασιλακόπουλου”
“άλλη μορφή: Βασιλακοπούλου (λόγιο)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.