Meaning of βασιλές | Babel Free
/va.siˈles/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
δημώδης τύπος του βασιλέας, ο βασιλιάς idiomatic
Παραδείγματα
“※ Ένα παλλικάρ' πήγε και το γείπε το bαbά τ’. Πάντε 'ς το βασιλέ να δώσ' ορνέκ (δείγμα). […] Γλέπτε, λέγει ο βασιλές, χρειάζουdαι οι παπούδες, να μη τις σφάζτε πλια, να φίντε να πεθνήσκουνα πε το θάνατο. Πε τότε και γύστερα δε σφάζνα τις παπούδες και τις bάbες, αλλά πεθνήσκουνε όdες γερνούσνα. Ο βασιλές το γείπε και τις άλλες τις βασιλέδες και δε σφάζνα πια τις παπούδες και τις bάbες”
“※ Ζούσε μια φορά στο χωριό μου ένας βασιλές. Ένας βασιλές όμως αληθινός […] που τον αγαπούσαν ούλοι οι ανθρώποι και ούλα τα μωρά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.