Meaning of βασιλέα | Babel Free
/va.siˈle.a/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του βασιλέας
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Βασιλέας)
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.