HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βασεόφιλος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που αφορά κύτταρα ή ιστικά συστατικά που έχουν χημική συγγένεια προς τις βασικές χρωστικές και γι’ αυτό προσλαμβάνουν έντονα χρώματα (συνήθως ερυθροϊώδη) κατά τη μικροσκοπική χρώση
  2. βασεόφιλα

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βασεόφιλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course