βασεόφιλα
Ορισμοί
ένας από τους τρεις τύπους κοκκιοκυττάρων του αίματος· σπάνια λευκοκύτταρα που φέρουν μεγάλα κοκκία, τα οποία απελευθερώνουν ουσίες όπως η ισταμίνη και η ηπαρίνη, παίζοντας ρόλο σε αλλεργικές αντιδράσεις και στη ρύθμιση της φλεγμονής
Ισοδύναμα
Françaisbasophiles
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free