Meaning of βασανιστήριο | Babel Free
/vasaniˈstiɾio/Ορισμοί
- η ενέργεια που αποσκοπεί στην κακοποίηση κάποιου με σωματικό ή / και ψυχικό τρόπο, προκαλώντας του πόνο ή αγωνία, με σκοπό να τιμωρηθεί, να καταρρεύσει ψυχολογικά ή να αναγκαστεί να κάνει κάτι (βλέπε και βασανιστήρια)
-
η ταλαιπωρία, η δοκιμασία που τυχαίνει στη ζωή figuratively
Παραδείγματα
“Η μαστίγωση είναι γνωστό βασανιστήριο.”
Whipping is a known (method of) torture.
“Πέρασα πολλά βασανιστήρια στη ζωή μου.”
I went through many torments in my life.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.