Meaning of βαρύτονος | Babel Free
/vaˈɾi.to.nos/Ορισμοί
- όργανο ή ανδρική φωνή με έκταση στην περιοχή της φωνής του βαρύτονου
- που δεν τονίζεται στη λήγουσα συλλαβή
- που τονίζεται με βαρεία
- που δεν τονίζεται στη λήγουσα
Παραδείγματα
“Tα βαρύτονα ονόματα τονίζονται στην παραλήγουσα ή στην προπαραλήγουσα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.