Meaning of βαρυκαρδίσεις | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαρυκαρδίζω
- θα βαρυκαρδίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βαρυκαρδίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.