Meaning of βαρβαρόφωνα | Babel Free
Ορισμοί
πληθυντικός αριθμός του βαρβαρόφωνον (παρωχημένο, καθαρεύουσα, μουσικά όργανα) παραδοσιακά πνευστά όργανα όπως η γκάιντα, η πίπιζα, η ασκομαντούρα
Παραδείγματα
“«τῆς διαδηλώσεως προηγοῦντο βαρβαρόφωνα»”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.