Meaning of βαμβακοφόρος | Babel Free
/vaɱ.va.koˈfo.ɾos/Ορισμοί
-
που φέρει (στην άκρη του) βαμβάκι formal
-
όπου καλλιεργείται βαμβάκι dated
Παραδείγματα
“βαμβακοφόρος στειλεός, η μπατονέτα”
“※ Αἱ βαβμβακοφόροι γαῖαι εἰς τοιαύτην τοῦ χρόνου ἐποχήν εἶναι κατάλευκοι,”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.