Meaning of Βαμβακοπούλου | Babel Free
/vaɱ.va.koˈpu.lu/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο , θηλυκό του Βαμβακόπουλος
-
γενική ενικού του Βαμβακόπουλος formal
Παραδείγματα
“άλλη μορφή: Βαμβακόπουλου”
“λόγια μορφή: Βαμβακοπούλου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.