Meaning of βαλσαμέλαιο | Babel Free
Ορισμοί
φυτικό έλαιο που προκύπτει από την έγχυση ανθέων βαλσαμόχορτου σε ελαιόλαδο, χρησιμοποιούμενο παραδοσιακά ως καταπραϋντικό και επουλωτικό για το δέρμα και τους μυς
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.