HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βαλλίστρα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
vaˈlis.tra

Ορισμοί

  1. πολεμικό όπλο της αρχαιότητας και του μεσαίωνα που χρησιμοποιούσε μηχανισμό παρόμοιο με του τόξου για να εκτοξεύει βλήματα διαφόρων ειδών, πέτρες ή βέλη
  2. φορητό όπλο, είδος τόξου με στέλεχος για στήριξη και σκόπευση και μηχανισμό σκανδάλης

Ισοδύναμα

41 more languages

Παραδείγματα

“Οι στρατιώτες φόρτωσαν τη βαλλίστρα με μεγάλες πέτρες.”

The soldiers loaded the ballista with large stones.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βαλλίστρα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free