Meaning of βαλκανιολογικής | Babel Free
Ορισμοί
γενική ενικού, θηλυκού γένους (βαλκανιολογική) του βαλκανιολογικός
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.