βέλη
Ορισμοί
-
ονομασία οικισμός της Ελλάδας, πρώην ονομασία του Προσηλίου Βοιωτίας και του Μεσοποτάμου Μεσσηνίας dated
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Βελής
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Βελής
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βέλος accusative, nominative, plural, vocative
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free