βάσιμος
Ορισμοί
που στηρίζεται πάνω σε κάτι λογικό και πραγματικό, που μπορεί να υποστηρίζεται με επιχειρήματα ή με αναφορά σε υπαρκτά δεδομένα
Παραδείγματα
“Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός δεν θεωρείται βάσιμος.”
Hence the claim isn't considered legitimate.
“Υπάρχει ένας βάσιμος λόγος γι’ αυτό.”
There's a valid reason for this.
“δεν ξέρω αν οι φόβοι μου για το μέλλον του προγράμματος είναι βάσιμοι”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free