Meaning of Βάνδαλοι | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του Βάνδαλος nominative, plural, vocative
- Γερμανικός λαός που το 455 μ.Χ. λεηλάτησαν τη Ρώμη με αρχηγό τον Γιζέριχο (Geiseric). Τον 5ο μ.Χ. αι. επέδραμαν επίσης στην Γαλατία, στην Ισπανία και τελικά, στην βόρεια Αφρική όπου ίδρυσαν το κράτος τους, το οποίο όμως διαλύθηκε το 534 μ.Χ. από τον στρατηγό του Ιουστινιανού, Βελισάριο.
Παραδείγματα
“※ (καθαρεύουσα) ιδίως οι Βάνδαλοι, κατέστρεφον επί της οδού αυτών πάν έργων τέχνης και το είδος αυτό της καταστρεπτικής μανίας, ιδιάζουσα παρά τοις τελευταίοις, απεκλήθη έκτοτε Βανδαλισμός εις απάσας τάς γλώσσας του πεπολιτισμένου κόσμου (Κλεάνθης Νικολαΐδης, Ιστορία του Ελληνισμού με κέντρον και βάσιν την Μακεδονίαν από των πανάρχαιων χρόνων μέχρι της σήμερον, 1923)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.