Meaning of αύξοντα | Babel Free
Ορισμοί
-
αιτιατική ενικού του αύξων αλλά και τύπος γενικής και κλητικής όταν ως ονομαστική χρησιμοποιειται η λέξη αύξοντας accusative, singular
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αύξων accusative, neuter, nominative, singular, vocative
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.