Meaning of Αχιλλέας | Babel Free
/açiˈle.as/Ορισμοί
- ο εγγονός του Αιακού (Ἀχιλλεὺς Αἰακίδης)
- γιος του Πηλέα (Ἀχιλλεὺς Πηλείδης), που ήταν βασιλιάς της Φθίας, και της Θέτιδας, μία από τις 50 Νηρηίδες, ο μεγαλύτερος και ο κεντρικός ήρωας της Ιλιάδας του Ομήρου
- ανδρικό όνομα
Ισοδύναμα
English
Achilles
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.