HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αφοπλιστικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/a.fo.pli.stiˈkos/

Ορισμοί

  1. που κατακτά τους άλλους με κάποια αρετή ή προσόν του, που σταματά με το προσόν αυτό οποιαδήποτε τάση του άλλου για αρνητική ή επιθετική συμπεριφορά, που γοητεύει
  2. ο σχετικός με τον αφοπλισμό
    literally

Παραδείγματα

“αφοπλιστικό χαμόγελο”

disarming smile

“Μ' αυτό το αφοπλιστικό χαμόγελο πώς μπορώ να τη μαλώσω; Τη συγχωρώ αμέσως.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αφοπλιστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course