Meaning of αφοπλιστικός | Babel Free
/a.fo.pli.stiˈkos/Ορισμοί
- που κατακτά τους άλλους με κάποια αρετή ή προσόν του, που σταματά με το προσόν αυτό οποιαδήποτε τάση του άλλου για αρνητική ή επιθετική συμπεριφορά, που γοητεύει
-
ο σχετικός με τον αφοπλισμό literally
Παραδείγματα
“αφοπλιστικό χαμόγελο”
disarming smile
“Μ' αυτό το αφοπλιστικό χαμόγελο πώς μπορώ να τη μαλώσω; Τη συγχωρώ αμέσως.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.