HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αφομοιωτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που αφομοιώνει, δηλαδή απορροφά και ενσωματώνει μέσα του κάτι άλλο, το καθιστά όμοιό του ενώ πριν αυτό δεν ήταν, που έχει την ικανότητα και τη δυνατότητα να ενσωματώνει
  2. που αντικείμενό του, βασική λειτουργία του είναι η αφομοίωση
  3. που σχετίζεται με το φαινόμενο της αφομοίωσης

Παραδείγματα

“το ελληνικό αλφάβητο προέκυψε κατά τρόπο αφομοιωτικό από το φοινικικό”
“οι αφομοιωτικές λειτουργίες του γαστρεντερικού συστήματος”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αφομοιωτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course