Meaning of αφικνουμένων | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του αφικνούμενος genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του αφικνούμενος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του αφικνούμενη και αφικνουμένη genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του αφικνούμενος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του αφικνούμενο genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφικνούμενος genitive, neuter, plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.