Meaning of αφηνιασμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει αφηνιάσει
- ξέφρενος, εκτός εαυτού
Παραδείγματα
“Το αφηνιασμένο άλογο”
“Μόλις του είπε ότι θέλει να χωρισουν επειδή αγάπησε άλλον, έκανε σαν αφηνιασμένος, δεν τον είχα δει ξανά σε τέτοια κατάσταση”
“Μπήκαν στο γήπεδο αφηνιασμένοι κι έβαλαν 12 πόντους στη σειρά”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.